Σαντούρι

Το σαντούρι, σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου, έχει μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δυο παράλληλων πλευρών του. Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3-5 χορδές κουρδισμένες στον ίδιο τόνο. Είναι τοποθετημένο πάνω σε βάση, πάνω από τα γόνατα του οργανοπαίκτη. Πολλές φορές είναι κρεμασμένο στους ώμους, όταν στον γάμο πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη, σε πατινάδες κλπ, (έθιμο που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει). Παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, τις μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες με βαμβάκι ή δέρμα. Οι μπαγκέτες, με το άκρο τους γυρισμένο λίγο προς τα πάνω, κρατιώνται ανάμεσα στον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, με τη βοήθεια του αντίχειρα. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Η ονομασία του μάλλον προέρχεται από το βυζαντινό όργανο ψαλτήρι (μιας και φαινομενικά μοιάζει με το κανονάκι), και μέσα από τους αιώνες έφτασε να ονομάζεται σαντούρι: ψαλτήρι -> σαντίρ -> σαντούρι. Κατά μια άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από τις περσικές λέξεις «σαν ταρ» = εκατό χορδές. Σαντούρια επίσης μπορούμε να βρούμε στη Ρουμανία, καθώς και σε χώρες της Μέσης Ανατολής (Αραβία, Ιράν κλπ) αλλά διαφέρουν από λίγο εως πολύ από το ελληνικό σαντούρι.

Αρχικά το σαντούρι ήταν όργανο μελωδίας. `Επαιζε τη μελωδία μαζί με τα άλλα όργανα, ενώ παράλληλα μπορούσε να κρατήσει ένα ίσο στην τονική (βάση) ή την πέμπτη της κλίμακας. `Αλλοτε συνόδευε τη μελωδία με απλές συνηχήσεις. Με τον καιρό, και με την επίδραση της δυτικής εναρμονισμένης μελωδίας, το ίσο και οι συνηχήσεις μετατρέπονται σε συγχορδίες. Σήμερα μπορεί να παίζει τη μελωδία, είτε μόνο του είτε μαζί με τα άλλα όργανα, καθώς και να παίζει τις συγχορδίες πάνω στο ρυθμό. Η αλληλουχία των φθόγγων είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με το κανονάκι. Ανεβαίνει κατά ημιτόνια (σε αντίθεση με το κανονάκι που ανεβαίνει σύμφωνα με την κλίμακα που πρόκειται να παίξουμε). Το σαντούρι είναι έτσι κατασκευασμένο ώστε σε κάθε μία απ’ο τις χορδές (που χωρίζονται περίπου στη μέση με τον καβαλάρη) να αντιστοιχούν δυο φθόγγοι (κυρίως διαστήματα πέμπτης, π.χ. η ΡΕ και η ΛΑ της βασικής οκτάβας είναι στην ίδια χορδή). Η μελωδική του έκταση είναι περίπου τρεισήμισυ οκτάβες (όπως και στο κανονάκι), με συνολικά 100-110 περίπου χορδές.

Η πλατιά διάδοση του σαντουριού στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στους `Ελληνες της Μ.Ασίας που ήρθαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Το σαντούρι παιζόταν βέβαια και πριν το 1922 στην ηπειρωτική και νησιώτικη Ελλάδα, σε περιορισμένη κλίμακα. Χάρη στις εκφραστικές του δυνατότητες γίνεται γρήγορα ένα από τα απαραίτητα όργανα της «κομπανίας» (κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο).

Το σαντούρι «παίζει» κυρίως σε μικρασιάτικα, νησιώτικα και στεριανά κομμάτια, με πιο γνωστό εκτελεστή τον Αριστείδη Μόσχο (μεγάλο δάσκαλο, που πέθανε το 2001). `Αλλοι από τους παλαιούς δεξιοτέχνες του οργάνου είναι οι Τ. Διακογιώργης, Ν. Καλαϊντζής (Μπινταγιάλας), Ν.Καρατάσος, καθώς κ.α..

[Πολλά από τα γραφόμενα προέρχονται από την εγκυκλοπαίδεια του Φοίβου Ανωγειανάκη «Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα]

Πηγή: musicheaven.gr

Project categories: Έγχορδα

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close
Go top